συμφωνητικό
[simfoˈnitiko]существительноеτο · средний родB1
Значения
1
контракт, договор, соглашение
contract, agreement, deal · υπογράφω ένα συμφωνητικό — подписать договор
2
музыкальный аккорд
musical chord · ένα αρμονικό συμφωνητικό — гармоничный аккорд
Грамматика
Ед. ч.
им.
το συμφωνητικό
вин.
το συμφωνητικό
род.
του συμφωνητικού
зват.
συμφωνητικό
Мн. ч.
им.
τα συμφωνητικά
вин.
τα συμφωνητικά
род.
των συμφωνητικών
зват.
συμφωνητικά
Примеры
Υπογράφσαμε το συμφωνητικό χθες.
Мы подписали договор вчера. · We signed the contract yesterday.
Τα συμφωνητικά μεταξύ των δύο εταιρειών είναι πολύ σημαντικά.
Соглашения между двумя компаниями очень важны. · The agreements between the two companies are very important.
Διαβάστε προσεκτικά τους όρους του συμφωνητικού.
Внимательно прочитайте условия договора. · Read the terms of the agreement carefully.
Το συμφωνητικό ισχύει για τρία χρόνια.
Договор действует в течение трёх лет. · The contract is valid for three years.