Греческий словарь
с грамматикой

συμφέρω

[simˈfɛro]глаголB1

Значения

1
быть выгодным, быть в интересах
to be in someone's interest, to be advantageous · Αυτό σας συμφέρει — Это вам выгодно
2
совпадать, сходиться (устаревшее/формальное)
to coincide, to meet (formal/archaic) · Οι απόψεις συμφέρουν — Мнения совпадают

Грамматика

Настоящее время
εγώ
συμφέρω
εσύ
συμφέρεις
αυτός
συμφέρει
εμείς
συμφέρουμε
εσείς
συμφέρετε
αυτοί
συμφέρουν
Аорист
εγώ
συνέφερα
εσύ
συνέφερες
αυτός
συνέφερε
εμείς
συνεφέραμε
εσείς
συνεφέρατε
αυτοί
συνέφεραν
Будущее
εγώ
θα συμφέρω
εσύ
θα συμφέρεις
αυτός
θα συμφέρει
εμείς
θα συμφέρουμε
εσείς
θα συμφέρετε
αυτοί
θα συμφέρουν

Примеры

Σας συμφέρει να αγοράσετε τώρα.
Вам выгодно купить сейчас. · It's to your advantage to buy now.
Αυτή η συμφωνία δεν συμφέρει και στις δύο πλευρές.
Это соглашение не выгодно обеим сторонам. · This agreement is not beneficial to both sides.
Του συνέφερε να κλείσει τη δουλειά νωρίς.
Ему было выгодно закрыть магазин пораньше. · It was in his interest to close the shop early.
Δεν συμφέρει να ταξιδέψετε την εποχή εκείνη.
Не имеет смысла путешествовать в то время. · It doesn't make sense to travel at that time.