Греческий словарь
с грамматикой

συμπληρωματικός

[simpliromaˈtikos]прилагательноеB2

Значения

1
дополнительный, добавочный
complementary, supplementary · πληροφορίες συμπληρωματικές — дополнительная информация
2
взаимодополняющий, дополняющий друг друга
complementing each other, mutually supplementary · χρώματα συμπληρωματικά — дополнительные (взаимодополняющие) цвета

Грамматика

мужской род
им.
συμπληρωματικός
вин.
συμπληρωματικό
род.
συμπληρωματικού
зват.
συμπληρωματικέ
женский род
им.
συμπληρωματική
вин.
συμπληρωματική
род.
συμπληρωματικής
зват.
συμπληρωματική
средний род
им.
συμπληρωματικό
вин.
συμπληρωματικό
род.
συμπληρωματικού
зват.
συμπληρωματικό

Примеры

Αυτά τα μαθήματα είναι συμπληρωματικά για τη σπουδή.
Эти курсы дополнительные для учёбы. · These courses are supplementary for your studies.
Χρειαζόμαστε συμπληρωματικές πληροφορίες για την έκθεση.
Нам нужна дополнительная информация для отчёта. · We need additional information for the report.
Το κόκκινο και το κυανό είναι συμπληρωματικά χρώματα.
Красный и голубой — дополнительные цвета. · Red and cyan are complementary colors.
Η συμπληρωματική εκπαίδευση ενισχύει τις δεξιότητες.
Дополнительное образование развивает навыки. · Supplementary education enhances skills.