συμπλέκω
[siˈmbleko]глаголгруппа А (безударное -ω)B2
Значения
1
переплетать, сплетать
to intertwine, to weave together · συμπλέκω τα χέρια — сплетаю руки
2
вовлекать в конфликт, втягивать в ссору
to involve in a dispute, to embroil · συμπλέκομαι σε διαφορά — вовлекаюсь в спор
Грамматика
Настоящее время
εγώ
συμπλέκω
εσύ
συμπλέκεις
αυτός
συμπλέκει
εμείς
συμπλέκουμε
εσείς
συμπλέκετε
αυτοί
συμπλέκουν
Аорист
εγώ
συμπλέξα
εσύ
συμπλέξες
αυτός
συμπλέξε
εμείς
συμπλέξαμε
εσείς
συμπλέξατε
αυτοί
συμπλέξαν
Будущее
εγώ
θα συμπλέξω
εσύ
θα συμπλέξεις
αυτός
θα συμπλέξει
εμείς
θα συμπλέξουμε
εσείς
θα συμπλέξετε
αυτοί
θα συμπλέξουν
Примеры
Συμπλέξαμε τα χέρια και χορέψαμε.
Мы сплели руки и танцевали. · We clasped hands and danced.
Τα κλαδιά του σταυρού συμπλέκονται μεταξύ τους.
Ветви креста переплетаются между собой. · The branches of the cross are intertwined.
Συμπλέχθηκε σε μια δικαστική διαφορά.
Он вовлекся в судебный спор. · He became involved in a legal dispute.
Δεν θέλω να συμπλεχθώ με αυτή την υπόθεση.
Я не хочу быть втянутым в это дело. · I don't want to get involved in this matter.