Греческий словарь
с грамматикой

συμπεριφέρομαι

[simperiˈfɛrome]глаголB1

Значения

1
вести себя, поступать, относиться
behave, conduct oneself, treat · συμπεριφέρομαι καλά — вести себя хорошо
2
обходиться (с кем-либо), обращаться
treat (someone), deal with · συμπεριφέρεται με σεβασμό — относится с уважением

Грамматика

Настоящее время
εγώ
συμπεριφέρομαι
εσύ
συμπεριφέρεσαι
αυτός
συμπεριφέρεται
εμείς
συμπεριφερόμαστε
εσείς
συμπεριφέρεστε
αυτοί
συμπεριφέρονται
Аорист
εγώ
συμπεριφέρθηκα
εσύ
συμπεριφέρθηκες
αυτός
συμπεριφέρθηκε
εμείς
συμπεριφέρθηκαν
εσείς
συμπεριφέρθηκαν
αυτοί
συμπεριφέρθηκαν
Будущее
εγώ
θα συμπεριφερθώ
εσύ
θα συμπεριφερθείς
αυτός
θα συμπεριφερθεί
εμείς
θα συμπεριφερθούμε
εσείς
θα συμπεριφερθείτε
αυτοί
θα συμπεριφερθούν

Примеры

Τα παιδιά συμπεριφέρονται πολύ καλά στο σχολείο.
Дети ведут себя очень хорошо в школе. · The children behave very well at school.
Πώς θα συμπεριφερθείς σε αυτή την κατάσταση;
Как ты будешь действовать в такой ситуации? · How will you conduct yourself in this situation?
Ο δάσκαλος συμπεριφέρεται με δικαιοσύνη προς όλους.
Учитель относится справедливо ко всем. · The teacher treats everyone fairly.
Συμπεριφέρθηκαν άγρια απέναντι στους φιλοξένους.
Они грубо обошлись с гостями. · They treated the guests rudely.