συμπεραίνω
[simbeˈreno]глаголгруппа А (безударное -ω)неправильныйB2
Значения
1
делать вывод, заключать
to conclude, to infer · συμπεραίνω ότι έχει δίκιο — я делаю вывод, что он прав
2
завершать, завершить (книгу, текст и т.д.)
to conclude, to finish, to end (a text, argument) · συμπεραίνει το άρθρο με μια ισχυρή δήλωση — он завершает статью сильным заявлением
Грамматика
Настоящее время
εγώ
συμπεραίνω
εσύ
συμπεραίνεις
αυτός
συμπεραίνει
εμείς
συμπεραίνουμε
εσείς
συμπεραίνετε
αυτοί
συμπεραίνουν
Аорист
εγώ
συμπέρανα
εσύ
συμπέρανες
αυτός
συμπέρανε
εμείς
συμπεράναμε
εσείς
συμπεράνατε
αυτοί
συμπέρανα
Будущее
εγώ
θα συμπεράνω
εσύ
θα συμπεράνεις
αυτός
θα συμπεράνει
εμείς
θα συμπεράνουμε
εσείς
θα συμπεράνετε
αυτοί
θα συμπεράνουν
Примеры
Από τα στοιχεία αυτά συμπεραίνουμε ότι η κατάσταση είναι σοβαρή.
Из этих данных мы заключаем, что ситуация серьезна. · From these figures we conclude that the situation is serious.
Συμπέρανε το κεφάλαιό του με μια δυνατή πρόταση.
Он завершил свою главу мощным предложением. · He concluded his chapter with a powerful statement.
Θα συμπεράνει ότι δεν υπάρχει άλλη επιλογή.
Он придет к выводу, что другого выбора нет. · He will conclude that there is no other option.