συμπατριώτης
[simpaˈtrioːtis]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
соотечественник, земляк
fellow countryman, compatriot · άνθρωπος από την ίδια χώρα — человек из той же страны
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο συμπατριώτης
вин.
τον συμπατριώτη
род.
του συμπατριώτη
зват.
συμπατριώτη
Мн. ч.
им.
οι συμπατριώτες
вин.
τους συμπατριώτες
род.
των συμπατριωτών
зват.
συμπατριώτες
Примеры
Ο συμπατριώτης μου ζει στη Θεσσαλονίκη.
Мой земляк живёт в Салониках. · My compatriot lives in Thessaloniki.
Συναντήσαμε συμπατριώτες στο εξωτερικό.
За границей мы встретили соотечественников. · We met fellow countrymen abroad.
Τα συμπατριώτες της είναι πολύ φιλικά.
Её землячки очень дружелюбны. · Her female compatriots are very friendly.