Греческий словарь
с грамматикой

συμπαθώ

[simpaˈθo]глаголB1

Значения

1
сочувствовать, испытывать сострадание
to sympathize, to feel sympathy or compassion · Συμπαθώ στη δυστυχία σου. — Я сочувствую твоему несчастью.
2
нравиться, вызывать симпатию
to appeal to, to be likeable · Δεν με συμπαθεί αυτό το άτομο. — Это человек мне не нравится.

Грамматика

Настоящее время
εγώ
συμπαθώ
εσύ
συμπαθείς
αυτός
συμπαθεί
εμείς
συμπαθούμε
εσείς
συμπαθείτε
αυτοί
συμπαθούν
Аорист
εγώ
συμπάθησα
εσύ
συμπάθησες
αυτός
συμπάθησε
εμείς
συμπαθήσαμε
εσείς
συμπαθήσατε
αυτοί
συμπάθησαν
Будущее
εγώ
θα συμπαθήσω
εσύ
θα συμπαθήσεις
αυτός
θα συμπαθήσει
εμείς
θα συμπαθήσουμε
εσείς
θα συμπαθήσετε
αυτοί
θα συμπαθήσουν

Примеры

Συμπαθώ πολύ στη δυσκολία σου.
Я искренне сочувствую твоим трудностям. · I truly sympathize with your difficulties.
Δεν συμπαθώ τέτοιες συμπεριφορές.
Такое поведение мне не нравится. · I don't find that kind of behaviour appealing.
Συμπάθησε στον πόνο του φίλου του.
Он сочувствовал боли своего друга. · He sympathized with his friend's pain.
Θα συμπαθήσουν την κατάσταση του.
Они будут сочувствовать его положению. · They will sympathize with his situation.