Греческий словарь
с грамматикой

συμπέρασμα

[simˈperaza]существительноеτο · средний родB1

Значения

1
вывод, заключение
conclusion, inference · το συμπέρασμα της έρευνας — вывод исследования
2
итог, результат
outcome, result · ποιο είναι το τελικό συμπέρασμα; — какой окончательный итог?

Грамматика

Ед. ч.
им.
το συμπέρασμα
вин.
το συμπέρασμα
род.
του συμπεράσματος
зват.
συμπέρασμα
Мн. ч.
им.
τα συμπεράσματα
вин.
τα συμπεράσματα
род.
των συμπερασμάτων
зват.
συμπεράσματα

Примеры

Το συμπέρασμα της μελέτης ήταν αναπάντεχο.
Вывод исследования оказался неожиданным. · The conclusion of the study was unexpected.
Δεν μπορώ να συμφωνήσω με τα συμπεράσματά του.
Я не могу согласиться с его выводами. · I cannot agree with his conclusions.
Ποιο είναι το συμπέρασμα από όλα αυτά;
Какой итог из всего этого? · What is the conclusion from all this?