συμμετρία
[simeiˈtria]существительноеη · женский родB2
Значения
1
симметрия, соразмерность
symmetry, balanced proportion · η συμμετρία του προσώπου — симметрия лица
2
гармония, равновесие (перен.)
harmony, balance (figurative) · συμμετρία στο σχεδιασμό — гармония в дизайне
Грамматика
Ед. ч.
им.
η συμμετρία
вин.
τη συμμετρία
род.
της συμμετρίας
зват.
συμμετρία
Мн. ч.
им.
οι συμμετρίες
вин.
τις συμμετρίες
род.
των συμμετριών
зват.
συμμετρίες
Примеры
Το κτίριο έχει αξιοσημείωτη συμμετρία.
Здание обладает замечательной симметрией. · The building has remarkable symmetry.
Η συμμετρία της φύσης μας εκπλήσσει.
Симметрия природы нас поражает. · The symmetry of nature amazes us.
Δεν υπάρχει τέλεια συμμετρία σε όλα.
Не все обладают идеальной симметрией. · Not everything has perfect symmetry.