Греческий словарь
с грамматикой

συμμετέχω

[simmeˈtexo]глаголB1

Значения

1
участвовать, принимать участие
participate, take part · συμμετέχω σε μια συνάντηση — участвовать во встрече
2
иметь долю, быть причастным
share in, have a part in · συμμετέχει στα κέρδη — получает долю прибыли

Грамматика

Настоящее время
εγώ
συμμετέχω
εσύ
συμμετέχεις
αυτός
συμμετέχει
εμείς
συμμετέχουμε
εσείς
συμμετέχετε
αυτοί
συμμετέχουν
Аорист
εγώ
συμμετείχα
εσύ
συμμετείχες
αυτός
συμμετείχε
εμείς
συμμετείχαμε
εσείς
συμμετείχατε
αυτοί
συμμετείχαν
Будущее
εγώ
θα συμμετέχω
εσύ
θα συμμετέχεις
αυτός
θα συμμετέχει
εμείς
θα συμμετέχουμε
εσείς
θα συμμετέχετε
αυτοί
θα συμμετέχουν

Примеры

Θα συμμετάσχω στο πρωτάθλημα του χρόνου.
Я буду участвовать в чемпионате в следующем году. · I will participate in next year's championship.
Πολλές χώρες συμμετείχαν στη διάσκεψη.
Много стран приняли участие в конференции. · Many countries took part in the conference.
Συμμετέχουν όλοι στα έξοδα του σχολείου.
Все участвуют в расходах школы. · Everyone shares in the school's expenses.