συμμαθητής
[simmaθiˈtis]существительноеο · мужской родA2
Значения
1
одноклассник, товарищ по учёбе
classmate, schoolmate, fellow student · παιδί στο ίδιο σχολείο — ребёнок в одной школе
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο συμμαθητής
вин.
τον συμμαθητή
род.
του συμμαθητή
зват.
συμμαθητή
Мн. ч.
им.
οι συμμαθητές
вин.
τους συμμαθητές
род.
των συμμαθητών
зват.
συμμαθητές
Примеры
Ο συμμαθητής μου είναι πολύ έξυπνος.
Мой одноклассник очень умный. · My classmate is very clever.
Παίζω μαζί με τους συμμαθητές μου.
Я играю со своими одноклассниками. · I play with my classmates.
Μίλησα στον συμμαθητή μου για την εργασία.
Я поговорил с моим одноклассником о домашнем задании. · I spoke to my classmate about the assignment.
Πολλοί συμμαθητές μας πήγαν στην εκδρομή.
Много наших одноклассников пошли на экскурсию. · Many of our classmates went on the school trip.