συμβόλαιο
[simˈvoli.o]существительноеτο · средний родB1
Значения
1
контракт, договор, соглашение
contract, agreement, deed · υπογράφω ένα συμβόλαιο — подписать договор
2
завещание
will, testament · το συμβόλαιό του — его завещание
Грамматика
Ед. ч.
им.
το συμβόλαιο
вин.
το συμβόλαιο
род.
του συμβολαίου
зват.
συμβόλαιο
Мн. ч.
им.
τα συμβόλαια
вин.
τα συμβόλαια
род.
των συμβολαίων
зват.
συμβόλαια
Примеры
Υπέγραψαν το συμβόλαιο χθες.
Они подписали договор вчера. · They signed the contract yesterday.
Ο δικηγόρος διάβασε τα συμβόλαια προσεκτικά.
Адвокат внимательно прочитал контракты. · The lawyer read the contracts carefully.
Έκανε ένα συμβόλαιο με τον εργοδότη.
Он заключил соглашение с работодателем. · He made an agreement with his employer.
Το συμβόλαιό του είναι έγκυρο για πέντε χρόνια.
Его контракт действителен в течение пяти лет. · His contract is valid for five years.