Греческий словарь
с грамматикой

συμβουλεύω

[simvuˈlevo]глаголB1

Значения

1
давать совет, советовать
to advise, to counsel · συμβουλεύω κάποιον — советую кому-то
2
рекомендовать, предлагать
to recommend, to suggest · συμβουλεύω να κάνει κάτι — рекомендую что-то сделать

Грамматика

Настоящее время
εγώ
συμβουλεύω
εσύ
συμβουλεύεις
αυτός
συμβουλεύει
εμείς
συμβουλεύουμε
εσείς
συμβουλεύετε
αυτοί
συμβουλεύουν
Аорист
εγώ
συμβούλευσα
εσύ
συμβούλευσες
αυτός
συμβούλευσε
εμείς
συμβουλεύσαμε
εσείς
συμβουλεύσατε
αυτοί
συμβούλευσαν
Будущее
εγώ
θα συμβουλεύσω
εσύ
θα συμβουλεύσεις
αυτός
θα συμβουλεύσει
εμείς
θα συμβουλεύσουμε
εσείς
θα συμβουλεύσετε
αυτοί
θα συμβουλεύσουν

Примеры

Ο δάσκαλος συμβουλεύει τους μαθητές του.
Учитель советует своим ученикам. · The teacher advises his students.
Σας συμβουλεύω να διαβάσετε αυτό το βιβλίο.
Я вам рекомендую прочитать эту книгу. · I recommend you read this book.
Συμβούλευσα τον φίλο μου να αλλάξει δουλειά.
Я посоветовал своему другу сменить работу. · I advised my friend to change his job.
Τι θα συμβουλεύσετε στη θέση μας;
Что бы вы посоветовали на нашем месте? · What would you advise in our position?