Греческий словарь
с грамматикой

συμβουλή

[simvuˈli]существительноеη · женский родA2

Значения

1
совет, рекомендация
advice, counsel · δώστε μας συμβουλή — дайте нам совет
2
консультация, консилиум
consultation, council meeting · συμβουλή των ειδικών — консультация специалистов

Грамматика

Ед. ч.
им.
η συμβουλή
вин.
τη συμβουλή
род.
της συμβουλής
зват.
συμβουλή
Мн. ч.
им.
οι συμβουλές
вин.
τις συμβουλές
род.
των συμβουλών
зват.
συμβουλές

Примеры

Η δική του συμβουλή ήταν πολύ χρήσιμη.
Его совет был очень полезен. · His advice was very helpful.
Ζήτησα συμβουλή από τον γιατρό μου.
Я попросил совет у своего врача. · I asked my doctor for advice.
Οι συμβουλές των γονιών είναι σημαντικές.
Советы родителей важны. · Parents' advice is important.
Θέλω τη συμβουλή σας πριν αποφασίσω.
Мне нужен ваш совет, прежде чем я решу. · I need your counsel before I decide.