συμβολικός
[simvoliˈkos]прилагательное · мужской родB2
Значения
1
символический, условный, имеющий значение символа
symbolic, representing something abstract or conventional · συμβολική γλώσσα — символический язык
2
номинальный, условный, минимальный по форме
nominal, token, perfunctory · συμβολική τιμή — номинальная цена
Грамматика
мужской род
им.
συμβολικός
вин.
συμβολικό
род.
συμβολικού
зват.
συμβολικέ
женский род
им.
συμβολική
вин.
συμβολική
род.
συμβολικής
зват.
συμβολική
средний род
им.
συμβολικό
вин.
συμβολικό
род.
συμβολικού
зват.
συμβολικό
Примеры
Το αγάλματα έχει συμβολική σημασία για την πόλη.
Статуя имеет символическое значение для города. · The statue has symbolic significance for the city.
Της έδωσε συμβολικό δώρο στο πάρτυ.
Он подарил ей номинальный подарок на вечеринке. · He gave her a token gift at the party.
Η συμβολική αξία του νομίσματος είναι πολύ μικρή.
Номинальная стоимость монеты очень мала. · The nominal value of the coin is very small.
Αυτό ήταν ένα συμβολικό χειρονομία καλής θέλησης.
Это был условный жест доброй воли. · That was a symbolic gesture of goodwill.