Греческий словарь
с грамматикой

συμβολίζω

[simvoˈlizo]глаголB2

Значения

1
символизировать, олицетворять
to symbolize, to represent symbolically · το περιστέρι συμβολίζει την ειρήνη — голубь символизирует мир
2
обозначать условным знаком, кодировать
to mark with a symbol, to encode · συμβολίζουν τα επικίνδυνα σημεία με κόκκινο — опасные места обозначают красным цветом

Грамматика

Настоящее время
εγώ
συμβολίζω
εσύ
συμβολίζεις
αυτός
συμβολίζει
εμείς
συμβολίζουμε
εσείς
συμβολίζετε
αυτοί
συμβολίζουν
Аорист
εγώ
συμβόλισα
εσύ
συμβόλισες
αυτός
συμβόλισε
εμείς
συμβολίσαμε
εσείς
συμβολίσατε
αυτοί
συμβόλισαν
Будущее
εγώ
θα συμβολίσω
εσύ
θα συμβολίσεις
αυτός
θα συμβολίσει
εμείς
θα συμβολίσουμε
εσείς
θα συμβολίσετε
αυτοί
θα συμβολίσουν

Примеры

Τα λουλούδια συμβολίζουν την ομορφιά και τη ζωή.
Цветы символизируют красоту и жизнь. · Flowers symbolize beauty and life.
Αυτό το σύμβολο συμβολίζει την ελπίδα του λαού.
Этот символ олицетворяет надежду народа. · This symbol represents the people's hope.
Η κυβέρνηση συμβόλισε τις κόκκινες ζώνες στο χάρτη.
Правительство обозначило красные зоны на карте условными символами. · The government marked the red zones on the map with symbols.
Θα συμβολίσουν την νέα εποχή με ένα μνημείο.
Они обозначат новую эпоху памятником. · They will mark the new era with a monument.