συμβιβασμός
[simviˈvazmos]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
компромисс, соглашение
compromise, agreement · δεκτός συμβιβασμός — приемлемый компромисс
2
уступка, взаимное согласие
mutual concession, give-and-take · χωρίς συμβιβασμό — без уступок
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο συμβιβασμός
вин.
τον συμβιβασμό
род.
του συμβιβασμού
зват.
συμβιβασμέ
Мн. ч.
им.
οι συμβιβασμοί
вин.
τους συμβιβασμούς
род.
των συμβιβασμών
зват.
συμβιβασμοί
Примеры
Έφτασαν σε έναν δίκαιο συμβιβασμό.
Они пришли к справедливому компромиссу. · They reached a fair compromise.
Ο συμβιβασμός είναι αναγκαίος στις διαπραγματεύσεις.
Компромисс необходим при переговорах. · Compromise is necessary in negotiations.
Δεν δέχεται κανέναν συμβιβασμό στα αρχές του.
Он не идёт ни на какие уступки в вопросе принципов. · He makes no concessions on matters of principle.