Греческий словарь
с грамматикой

συμβιβάζω

[simviˈvazo]глаголгруппа А (безударное -ω)B2

Значения

1
согласовывать, приводить в соответствие
to reconcile, to make compatible · συμβιβάζω δύο απόψεις — согласовывать две точки зрения
2
компрометировать, ставить в неловкое положение
to compromise (someone's reputation or position) · συμβιβάζει την τιμή του — компрометирует его честь
3
уладить, разрешить (спор, конфликт)
to settle, to resolve (a dispute) · συμβιβάζουν τη διαφορά τους — улаживают свой спор

Грамматика

Настоящее время
εγώ
συμβιβάζω
εσύ
συμβιβάζεις
αυτός
συμβιβάζει
εμείς
συμβιβάζουμε
εσείς
συμβιβάζετε
αυτοί
συμβιβάζουν
Аорист
εγώ
συμβίβασα
εσύ
συμβίβασες
αυτός
συμβίβασε
εμείς
συμβιβάσαμε
εσείς
συμβιβάσατε
αυτοί
συμβίβασαν
Будущее
εγώ
θα συμβιβάσω
εσύ
θα συμβιβάσεις
αυτός
θα συμβιβάσει
εμείς
θα συμβιβάσουμε
εσείς
θα συμβιβάσετε
αυτοί
θα συμβιβάσουν

Примеры

Προσπάθησαν να συμβιβάσουν τα συμφέροντα και των δύο πλευρών.
Они постарались согласовать интересы обеих сторон. · They tried to reconcile the interests of both sides.
Η απόφασή του συμβιβάζει την ακεραιότητά του.
Его решение компрометирует его честность. · His decision compromises his integrity.
Συμβίβασαν τη διαφορά τους με διαμεσολάβηση.
Они разрешили свой спор через посредничество. · They settled their dispute through mediation.
Δεν θα συμβιβάσει ποτέ τις αρχές του.
Он никогда не поступится своими принципами. · He will never compromise his principles.