Греческий словарь
с грамматикой

συμβαίνω

[simˈvɛno]глаголA2

Значения

1
происходить, случаться
happen, occur, take place · Τι συμβαίνει; — Что происходит?
2
совпадать, соответствовать
coincide, match, fit · Αυτό δεν συμβαίνει με τα δεδομένα. — Это не соответствует данным.

Грамматика

Настоящее время
εγώ
συμβαίνω
εσύ
συμβαίνεις
αυτός
συμβαίνει
εμείς
συμβαίνουμε
εσείς
συμβαίνετε
αυτοί
συμβαίνουν
Аорист
εγώ
συνέβη
εσύ
συνέβης
αυτός
συνέβη
εμείς
συνέβημεν
εσείς
συνέβητε
αυτοί
συνέβησαν
Будущее
εγώ
θα συμβώ
εσύ
θα συμβείς
αυτός
θα συμβεί
εμείς
θα συμβούμε
εσείς
θα συμβείτε
αυτοί
θα συμβούν

Примеры

Τι συμβαίνει με τον υπολογιστή σου;
Что происходит с твоим компьютером? · What's wrong with your computer?
Χθες συνέβη ένα περίεργο γεγονός.
Вчера произошло странное событие. · Yesterday a strange event occurred.
Αν συμβεί κάτι σημαντικό, θα σε ειδοποιήσω.
Если случится что-то важное, я тебя предупрежу. · If anything important happens, I'll let you know.
Συμβαίνει να γνωρίζω τον ιδιοκτήτη του καταστήματος.
Случайно я знаю владельца магазина. · I happen to know the owner of the shop.