Греческий словарь
с грамматикой

συμβάλλω

[simˈvalo]глаголB1

Значения

1
способствовать, содействовать, вносить вклад
to contribute, to help bring about · συμβάλλει στην επιτυχία — способствует успеху
2
встречаться, сталкиваться (о реках, дорогах)
to meet, to converge, to join (of rivers, roads) · δύο ποταμοί συμβάλλουν — две реки сливаются
3
дать совет, проконсультировать
to advise, to counsel · συμβουλή συμβάλλω — даю совет

Грамматика

Настоящее время
εγώ
συμβάλλω
εσύ
συμβάλλεις
αυτός
συμβάλλει
εμείς
συμβάλλουμε
εσείς
συμβάλλετε
αυτοί
συμβάλλουν
Аорист
εγώ
συνέβαλα
εσύ
συνέβαλες
αυτός
συνέβαλε
εμείς
συμβάλαμε
εσείς
συμβάλατε
αυτοί
συνέβαλαν
Будущее
εγώ
θα συμβάλω
εσύ
θα συμβάλεις
αυτός
θα συμβάλει
εμείς
θα συμβάλουμε
εσείς
θα συμβάλετε
αυτοί
θα συμβάλουν

Примеры

Η εκπαίδευση συμβάλλει στην ανάπτυξη της κοινωνίας.
Образование способствует развитию общества. · Education contributes to the development of society.
Δύο ποταμοί συμβάλλουν σε αυτό το σημείο.
Две реки сливаются в этом месте. · Two rivers converge at this point.
Συνέβαλε πολλά στην επιτυχία του έργου.
Он внёс большой вклад в успех проекта. · He made a great contribution to the project's success.
Θα συμβάλλουμε όλοι για να λύσουμε το πρόβλημα.
Мы все будем содействовать решению проблемы. · We will all work together to solve the problem.