συλλυπητήριος
[siˌlipitˈirios]прилагательноеB2
Значения
1
соболезнующий, выражающий соболезнование
expressing condolence or sympathy · συλλυπητήριο γράμμα — письмо с соболезнованием
Грамматика
мужской род
им.
συλλυπητήριος
вин.
συλλυπητήριο
род.
συλλυπητηρίου
зват.
συλλυπητήριε
женский род
им.
συλλυπητήρια
вин.
συλλυπητήρια
род.
συλλυπητηρίας
зват.
συλλυπητήρια
средний род
им.
συλλυπητήριο
вин.
συλλυπητήριο
род.
συλλυπητηρίου
зват.
συλλυπητήριο
Примеры
Έστειλα συλλυπητήριο γράμμα στην οικογένειά του.
Я отправил письмо с соболезнованием его семье. · I sent a letter of condolence to his family.
Οι συλλυπητήριες επισκέψεις συνεχίστηκαν όλη την εβδομάδα.
Визиты соболезнования продолжались всю неделю. · Visits of condolence continued throughout the week.
Δέχτηκε πολλές συλλυπητήριες κάρτες από φίλους.
Он получил много открыток с соболезнованием от друзей. · He received many sympathy cards from friends.