συλλαβή
[siˈlavi]существительноеη · женский родA2
Значения
1
слог (часть слова)
syllable (unit of a word) · η λέξη έχει τρεις συλλαβές — слово имеет три слога
2
соглашение, договор (книжное)
agreement, covenant (formal/archaic) · συλλαβή ανάμεσα σε κράτη — соглашение между государствами
Грамматика
Ед. ч.
им.
η συλλαβή
вин.
τη συλλαβή
род.
της συλλαβής
зват.
συλλαβή
Мн. ч.
им.
οι συλλαβές
вин.
τις συλλαβές
род.
των συλλαβών
зват.
συλλαβές
Примеры
Η λέξη «καλημέρα» έχει τέσσερις συλλαβές.
Слово «калимера» состоит из четырёх слогов. · The word "kalimera" has four syllables.
Στη δεύτερη συλλαβή πέφτει το τόνος.
Ударение падает на второй слог. · The stress falls on the second syllable.
Χώρισε το όνομα σε συλλαβές για να το εκφέρει σωστά.
Она разделила имя на слоги, чтобы произнести его правильно. · She divided the name into syllables to pronounce it correctly.