Греческий словарь
с грамматикой

συλλέγω

[siˈleɣo]глаголB1

Значения

1
собирать, собрать (вместе)
to collect, gather together · συλλέγω τα φύλλα — собираю листья
2
подбирать, поднимать с земли
to pick up, gather from the ground · συλλέγω χρήματα — собираю деньги
3
делать вывод, заключать
to infer, deduce, conclude · συλλέγω απο τα λεγόμενα — делаю вывод из сказанного

Грамматика

Настоящее время
εγώ
συλλέγω
εσύ
συλλέγεις
αυτός
συλλέγει
εμείς
συλλέγουμε
εσείς
συλλέγετε
αυτοί
συλλέγουν
Аорист
εγώ
συνέλεξα
εσύ
συνέλεξες
αυτός
συνέλεξε
εμείς
συνελέξαμε
εσείς
συνελέξατε
αυτοί
συνέλεξαν
Будущее
εγώ
θα συλλέξω
εσύ
θα συλλέξεις
αυτός
θα συλλέξει
εμείς
θα συλλέξουμε
εσείς
θα συλλέξετε
αυτοί
θα συλλέξουν

Примеры

Ο αγρότης συλλέγει τα σταφύλια κάθε Σεπτέμβρη.
Фермер собирает виноград каждый сентябрь. · The farmer gathers grapes every September.
Συνέλεξαν χρήματα για το σχολείο του χωριού.
Они собрали деньги для школы деревни. · They collected money for the village school.
Από τα όσα λέει, συλλέγω ότι είναι δυσαρεστημένος.
Из того, что он говорит, я заключаю, что он недоволен. · From what he says, I gather that he is dissatisfied.
Θα συλλέξουν τα φύλλα το πρωί.
Они соберут листья с утра. · They will gather the leaves in the morning.