Греческий словарь
с грамматикой

συζητώ

[siziˈtɔ]глаголA2

Значения

1
обсуждать, дискутировать
to discuss, to debate · συζητώ ένα θέμα — обсуждать тему
2
спорить, препираться
to argue, to quarrel · συζητούν για πολιτικά — спорят о политике

Грамматика

Настоящее время
εγώ
συζητώ
εσύ
συζητάς
αυτός
συζητά
εμείς
συζητάμε
εσείς
συζητάτε
αυτοί
συζητάνε
Аорист
εγώ
συζήτησα
εσύ
συζήτησες
αυτός
συζήτησε
εμείς
συζητήσαμε
εσείς
συζητήσατε
αυτοί
συζήτησαν
Будущее
εγώ
θα συζητήσω
εσύ
θα συζητήσεις
αυτός
θα συζητήσει
εμείς
θα συζητήσουμε
εσείς
θα συζητήσετε
αυτοί
θα συζητήσουν

Примеры

Συζητάμε για την κλιματική αλλαγή στην τάξη.
Мы обсуждаем климатические изменения в классе. · We discuss climate change in class.
Χθες συζήτησαν όλη νύχτα για τα σχέδιά τους.
Вчера они спорили всю ночь о своих планах. · Yesterday they argued all night about their plans.
Θα συζητήσουμε το θέμα αύριο στη συνάντηση.
Мы обсудим этот вопрос завтра на встрече. · We will discuss the matter tomorrow at the meeting.
Μην συζητάς με μένα σε αυτό το θέμα!
Не препирайся со мной по этому вопросу! · Don't argue with me about this issue!