Греческий словарь
с грамматикой

συγχωρώ

[siŋxoˈro]глаголB1

Значения

1
прощать, прощать ошибку
to forgive, to excuse · Συγχωρώ τα λάθη σου — Прощаю твои ошибки
2
позволять, разрешать (устаревающее)
to allow, to permit (archaic/formal) · Συγχωρεί να φύγω; — Позволишь мне уйти?

Грамматика

Настоящее время
εγώ
συγχωρώ
εσύ
συγχωρείς
αυτός
συγχωρεί
εμείς
συγχωρούμε
εσείς
συγχωρείτε
αυτοί
συγχωρούν
Аорист
εγώ
συγχώρεσα
εσύ
συγχώρεσες
αυτός
συγχώρεσε
εμείς
συγχωρέσαμε
εσείς
συγχωρέσατε
αυτοί
συγχώρεσαν
Будущее
εγώ
θα συγχωρέσω
εσύ
θα συγχωρέσεις
αυτός
θα συγχωρέσει
εμείς
θα συγχωρέσουμε
εσείς
θα συγχωρέσετε
αυτοί
θα συγχωρέσουν

Примеры

Δεν μπορώ να συγχωρέσω αυτή την προδοσία.
Я не могу простить эту измену. · I cannot forgive this betrayal.
Συγχώρεσέ με για ό,τι έκανα.
Прости меня за то, что я сделал. · Forgive me for what I did.
Η μητέρα του συγχωρούσε πάντα τα λάθη του.
Его мать всегда прощала его ошибки. · His mother always excused his mistakes.
Έχεις συγχωρέσει τον αδελφό σου;
Ты уже простил своего брата? · Have you forgiven your brother?