Греческий словарь
с грамматикой

συγχωνεύω

[siɣxoˈnevo]глаголB2

Значения

1
объединять, сливать (организации, компании)
to merge, to combine (organizations, companies) · συγχώνευση δύο εταιρειών — слияние двух компаний
2
смешивать, соединять (вещества, элементы)
to mix, to blend (substances, elements) · συγχώνευση χρωμάτων — смешивание цветов

Грамматика

Настоящее время
εγώ
συγχωνεύω
εσύ
συγχωνεύεις
αυτός
συγχωνεύει
εμείς
συγχωνεύουμε
εσείς
συγχωνεύετε
αυτοί
συγχωνεύουν
Аорист
εγώ
συγχώνευσα
εσύ
συγχώνευσες
αυτός
συγχώνευσε
εμείς
συγχωνεύσαμε
εσείς
συγχωνεύσατε
αυτοί
συγχώνευσαν
Будущее
εγώ
θα συγχωνεύσω
εσύ
θα συγχωνεύσεις
αυτός
θα συγχωνεύσει
εμείς
θα συγχωνεύσουμε
εσείς
θα συγχωνεύσετε
αυτοί
θα συγχωνεύσουν

Примеры

Οι δύο τράπεζες συγχωνεύθηκαν πέρσι.
Две банки объединились в прошлом году. · The two banks merged last year.
Θα συγχωνεύσουμε τις δύο διευθύνσεις σε μία.
Мы объединим два отделения в одно. · We will combine the two departments into one.
Όταν συγχωνεύεις τα χρώματα, δημιουργείς νέες αποχρώσεις.
Когда ты смешиваешь цвета, создаёшь новые оттенки. · When you blend the colors, you create new shades.