Греческий словарь
с грамматикой

συγχρονισμός

[siŋxroniˈzmos]существительноеο · мужской родB1

Значения

1
синхронизация, согласование во времени
synchronization, timing coordination · συγχρονισμός των ρολογιών — синхронизация часов
2
согласованность, совпадение по времени
synchronicity, temporal alignment · συγχρονισμός των γεγονότων — совпадение событий во времени

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο συγχρονισμός
вин.
τον συγχρονισμό
род.
του συγχρονισμού
зват.
συγχρονισμέ
Мн. ч.
им.
οι συγχρονισμοί
вин.
τους συγχρονισμούς
род.
των συγχρονισμών
зват.
συγχρονισμοί

Примеры

Ο συγχρονισμός των κινήσεων είναι πολύ σημαντικός.
Синхронизация движений очень важна. · The synchronization of movements is very important.
Χρειάζεται τέλειος συγχρονισμός για αυτό το έργο.
Для этой работы нужна идеальная синхронизация. · Perfect synchronization is needed for this task.
Ο συγχρονισμός των δύο συστημάτων έγινε επιτυχώς.
Синхронизация двух систем прошла успешно. · The synchronization of the two systems was successful.
Δεν υπάρχει συγχρονισμός στις απόψεις τους.
В их взглядах нет согласованности. · There is no alignment in their views.