συγχρονίζω
[siŋxroˈnizo]глаголгруппа А (безударное -ω)B2
Значения
1
синхронизировать, согласовывать по времени
to synchronize, to coordinate in time · συγχρονίζω τα ρολόγια — синхронизирую часы
2
приводить в соответствие, согласовывать
to align, to bring into accord · συγχρονίζω τις απόψεις — согласую точки зрения
Грамматика
Настоящее время
εγώ
συγχρονίζω
εσύ
συγχρονίζεις
αυτός
συγχρονίζει
εμείς
συγχρονίζουμε
εσείς
συγχρονίζετε
αυτοί
συγχρονίζουν
Аорист
εγώ
συγχρόνισα
εσύ
συγχρόνισες
αυτός
συγχρόνισε
εμείς
συγχρονίσαμε
εσείς
συγχρονίσατε
αυτοί
συγχρόνισαν
Будущее
εγώ
θα συγχρονίσω
εσύ
θα συγχρονίσεις
αυτός
θα συγχρονίσει
εμείς
θα συγχρονίσουμε
εσείς
θα συγχρονίσετε
αυτοί
θα συγχρονίσουν
Примеры
Πρέπει να συγχρονίσουμε τα ρολόγια μας.
Нам нужно синхронизировать наши часы. · We need to synchronize our watches.
Συγχρόνισε τη μουσική με το βίντεο.
Синхронизируй музыку с видео. · Synchronize the music with the video.
Οι δύο ομάδες συγχρονίζουν τις προσπάθειές τους.
Две команды согласовывают свои усилия. · The two teams are coordinating their efforts.
Έχουμε συγχρονίσει τα σχέδιά μας με τους συνεργάτες.
Мы согласовали наши планы с партнёрами. · We have aligned our plans with our partners.