Греческий словарь
с грамматикой

συγχαίρω

[siŋˈxɛro]глаголB1

Значения

1
поздравлять, выражать радость по поводу успеха другого
to congratulate, express joy at someone's success · συγχαίρω για την προαγωγή — поздравляю с повышением
2
радоваться вместе с кем-то
to rejoice with someone, share in someone's joy · συγχαίρω στη χαρά του — радуюсь его радости

Грамматика

Настоящее время
εγώ
συγχαίρω
εσύ
συγχαίρεις
αυτός
συγχαίρει
εμείς
συγχαίρουμε
εσείς
συγχαίρετε
αυτοί
συγχαίρουν
Аорист
εγώ
συνέχαρα
εσύ
συνέχαρες
αυτός
συνέχαρε
εμείς
συνεχάραμε
εσείς
συνεχάρατε
αυτοί
συνέχαραν
Будущее
εγώ
θα συγχαίρω
εσύ
θα συγχαίρεις
αυτός
θα συγχαίρει
εμείς
θα συγχαίρουμε
εσείς
θα συγχαίρετε
αυτοί
θα συγχαίρουν

Примеры

Σας συγχαίρω για τη νέα δουλειά.
Поздравляю вас с новой работой. · I congratulate you on your new job.
Όλοι συγχαίρουν τον νικητή του διαγωνισμού.
Все поздравляют победителя конкурса. · Everyone congratulates the contest winner.
Συνέχαρα τη φίλη μου για την αποφοίτησή της.
Я поздравила свою подругу с её окончанием учёбы. · I congratulated my friend on her graduation.