Греческий словарь
с грамматикой

συγχέω

[siŋˈxeo]глаголB2

Значения

1
смешивать, перемешивать
to mix, to blend together · συγχέω τα χρώματα — смешиваю краски
2
путать, приводить в замешательство
to confuse, to perplex · συγχέει την κατάσταση — запутывает ситуацию
3
расстраивать, смущать
to disconcert, to embarrass · συγχέει τον ανθρωπο — смущает человека

Грамматика

Настоящее время
εγώ
συγχέω
εσύ
συγχέεις
αυτός
συγχέει
εμείς
συγχέουμε
εσείς
συγχέετε
αυτοί
συγχέουν
Аорист
εγώ
συγχέησα
εσύ
συγχέησες
αυτός
συγχέησε
εμείς
συγχέησαμε
εσείς
συγχέησατε
αυτοί
συγχέησαν
Будущее
εγώ
θα συγχέσω
εσύ
θα συγχέσεις
αυτός
θα συγχέσει
εμείς
θα συγχέσουμε
εσείς
θα συγχέσετε
αυτοί
θα συγχέσουν

Примеры

Μη συγχέεις τα δύο προβλήματα μεταξύ τους.
Не путай эти две проблемы между собой. · Don't confuse the two problems with each other.
Συγχέησε το κόκκινο με το πορτοκαλί στη ζωγραφιά.
Он смешал красный с оранжевым на картине. · He mixed red with orange in the painting.
Η απότομη ερώτηση τον συγχέει και δεν ξέρει τι να πει.
Резкий вопрос смущает его, и он не знает, что сказать. · The sharp question disconcerts him and he doesn't know what to say.
Θα συγχέσουν όλα τα στοιχεία αν δεν προσέξουμε.
Все перепутается, если мы не будем внимательны. · Everything will get mixed up if we're not careful.