συγκρότηση
[siŋˈkroti si]существительноеη · женский родB2
Значения
1
создание, формирование (организации, комитета и т.п.)
formation, establishment (of an organization, committee, etc.) · η συγκρότηση της επιτροπής — формирование комиссии
2
структура, состав (группы людей)
composition, make-up (of a group) · η συγκρότηση του κόμματος — состав партии
Грамматика
Ед. ч.
им.
η συγκρότηση
вин.
τη συγκρότηση
род.
της συγκρότησης
зват.
συγκρότηση
Мн. ч.
им.
οι συγκροτήσεις
вин.
τις συγκροτήσεις
род.
των συγκροτήσεων
зват.
συγκροτήσεις
Примеры
Η συγκρότηση της νέας κυβέρνησης ολοκληρώθηκε χθες.
Формирование нового правительства завершилось вчера. · The formation of the new government was completed yesterday.
Συζητούν για τη συγκρότηση ενός ειδικού τμήματος.
Обсуждают создание специального отдела. · They are discussing the establishment of a special department.
Η συγκρότηση του συμβουλίου περιλαμβάνει εκπροσώπους όλων των κομμάτων.
Состав совета включает представителей всех партий. · The composition of the council includes representatives from all parties.