συγκρότημα
[siŋˈkroːtima]существительноеτο · средний родB1
Значения
1
ансамбль, группа музыкантов
ensemble, band, musical group · μουσικό συγκρότημα — музыкальный ансамбль
2
комплекс, совокупность, система
complex, set, system, body · συγκρότημα κτιρίων — комплекс зданий
Грамматика
Ед. ч.
им.
το συγκρότημα
вин.
το συγκρότημα
род.
του συγκροτήματος
зват.
συγκρότημα
Мн. ч.
им.
τα συγκροτήματα
вин.
τα συγκροτήματα
род.
των συγκροτημάτων
зват.
συγκροτήματα
Примеры
Το συγκρότημα έπαιξε καταπληκτικά χθες βράδυ.
Ансамбль вчера вечером сыграл потрясающе. · The ensemble played brilliantly last night.
Στο συγκρότημα ανήκουν δέκα μουσικοί.
В ансамбль входит десять музыкантов. · The band consists of ten musicians.
Τα συγκροτήματα κατοικιών είναι σύγχρονα.
Жилые комплексы современные. · The residential complexes are modern.
Ο διευθυντής του συγκροτήματος κρατά αυστηρή πειθαρχία.
Руководитель ансамбля поддерживает строгую дисциплину. · The conductor of the ensemble maintains strict discipline.