Греческий словарь
с грамматикой

συγκροτώ

[siŋkroˈto]глаголB2

Значения

1
образовывать, учреждать, создавать (например, комиссию, правительство)
to establish, to set up, to form (a body, committee, government) · συγκροτώ επιτροπή — образую комиссию
2
собирать, скреплять (части в целое)
to put together, to assemble, to compose · συγκροτώ ένα σύνολο — собираю в единое целое

Грамматика

Настоящее время
εγώ
συγκροτώ
εσύ
συγκροτείς
αυτός
συγκροτεί
εμείς
συγκροτούμε
εσείς
συγκροτείτε
αυτοί
συγκροτούν
Аорист
εγώ
συγκρότησα
εσύ
συγκρότησες
αυτός
συγκρότησε
εμείς
συγκροτήσαμε
εσείς
συγκροτήσατε
αυτοί
συγκρότησαν
Будущее
εγώ
θα συγκρότησω
εσύ
θα συγκρότησεις
αυτός
θα συγκρότησει
εμείς
θα συγκροτήσουμε
εσείς
θα συγκροτήσετε
αυτοί
θα συγκροτήσουν

Примеры

Η κυβέρνηση συγκρότησε νέα επιτροπή.
Правительство учредило новую комиссию. · The government established a new committee.
Συγκροτούν ένα ισχυρό κόμμα με πολλούς οπαδούς.
Они образуют сильную партию с множеством сторонников. · They are forming a strong party with many supporters.
Θα συγκρότησω ένα νέο σχέδιο με τα στοιχεία που έχω.
Я соберу новый проект из имеющихся у меня элементов. · I will compose a new project from the elements I have.