Греческий словарь
с грамматикой

συγκρατώ

[siŋkraˈto]глаголB1

Значения

1
держать, удерживать (что-либо в руках или в определённом положении)
to hold, to keep (something in one's hands or in a certain position) · συγκρατώ το παιδί — держу ребёнка
2
сдерживать, подавлять (эмоции, желания, порывы)
to restrain, to hold back, to suppress (emotions, impulses) · δεν μπορώ να συγκρατηθώ — не могу сдержаться
3
поддерживать, сохранять (традицию, обычай, память)
to maintain, to preserve, to keep up (tradition, custom, memory) · συγκρατούν την παράδοση — сохраняют традицию

Грамматика

Настоящее время
εγώ
συγκρατώ
εσύ
συγκρατάς
αυτός
συγκρατά
εμείς
συγκρατούμε
εσείς
συγκρατάτε
αυτοί
συγκρατούν
Аорист
εγώ
συγκράτησα
εσύ
συγκράτησες
αυτός
συγκράτησε
εμείς
συγκρατήσαμε
εσείς
συγκρατήσατε
αυτοί
συγκράτησαν
Будущее
εγώ
θα συγκρατήσω
εσύ
θα συγκρατήσεις
αυτός
θα συγκρατήσει
εμείς
θα συγκρατήσουμε
εσείς
θα συγκρατήσετε
αυτοί
θα συγκρατήσουν

Примеры

Συγκράτησα το μωρό με τα δυο χέρια.
Я держал младенца обеими руками. · I held the baby with both hands.
Δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα δάκρυά της.
Она не могла сдержать свои слёзы. · She couldn't hold back her tears.
Οι γέροι συγκρατούν τις παλιές συνήθειες.
Пожилые люди сохраняют старые привычки. · Old people maintain their old habits.
Συγκρατήσου, θα χαλάσεις τα πάντα!
Держись, ты всё сломаешь! · Careful, you'll break everything!