συγκρίσιμος
[siˈŋɡrisimos]прилагательноеC1
Значения
1
сравнимый, допускающий сравнение
comparable, capable of being compared · δύο συγκρίσιμες τιμές — две сравнимые цены
Грамматика
мужской род
им.
συγκρίσιμος
вин.
συγκρίσιμο
род.
συγκρίσιμου
зват.
συγκρίσιμε
женский род
им.
συγκρίσιμη
вин.
συγκρίσιμη
род.
συγκρίσιμης
зват.
συγκρίσιμη
средний род
им.
συγκρίσιμο
вин.
συγκρίσιμο
род.
συγκρίσιμου
зват.
συγκρίσιμο
Примеры
Τα δεδομένα αυτά δεν είναι συγκρίσιμα με τα προηγούμενα.
Эти данные несравнимы с предыдущими. · These data are not comparable with the previous ones.
Οι συγκρίσιμες μελέτες δείχνουν παρόμοια αποτελέσματα.
Сравнимые исследования показывают аналогичные результаты. · Comparable studies show similar results.
Δεν υπάρχουν συγκρίσιμα παραδείγματα στη βιβλιογραφία.
В литературе нет сравнимых примеров. · There are no comparable examples in the literature.