Греческий словарь
с грамматикой

συγκρίνω

[siŋˈkrino]глаголB1

Значения

1
сравнивать, сопоставлять
to compare, to contrast · συγκρίνω δύο πράγματα — сравниваю две вещи

Грамматика

Настоящее время
εγώ
συγκρίνω
εσύ
συγκρίνεις
αυτός
συγκρίνει
εμείς
συγκρίνουμε
εσείς
συγκρίνετε
αυτοί
συγκρίνουν
Аорист
εγώ
σύγκρινα
εσύ
σύγκρινες
αυτός
σύγκρινε
εμείς
συγκρίναμε
εσείς
συγκρίνατε
αυτοί
σύγκριναν
Будущее
εγώ
θα συγκρίνω
εσύ
θα συγκρίνεις
αυτός
θα συγκρίνει
εμείς
θα συγκρίνουμε
εσείς
θα συγκρίνετε
αυτοί
θα συγκρίνουν

Примеры

Συγκρίνω τις δύο εταιρείες ως προς την κερδοφορία.
Я сравниваю две компании по прибыльности. · I am comparing the two companies in terms of profitability.
Ο δάσκαλος σύγκρινε την αρχαία και τη σύγχρονη Ελλάδα.
Учитель сопоставил древнюю и современную Грецию. · The teacher contrasted ancient and modern Greece.
Δεν πρέπει να συγκρίνονται τα όχι συγκρίσιμα πράγματα.
Не следует сравнивать несравнимые вещи. · You shouldn't compare things that aren't comparable.
Θα συγκρίνω τα αποτελέσματα του πειράματος με τη θεωρία.
Я сравню результаты эксперимента с теорией. · I will compare the experimental results with the theory.