συγκοινωνία
[siɡkinoˈnia]существительноеη · женский родB1
Значения
1
общественный транспорт, средства сообщения
public transport, means of communication · χρησιμοποιώ τη συγκοινωνία — пользуюсь общественным транспортом
2
связь, сообщение (между местами)
connection, communication (between places) · καλή συγκοινωνία μεταξύ των πόλεων — хорошая связь между городами
Грамматика
Ед. ч.
им.
η συγκοινωνία
вин.
τη συγκοινωνία
род.
της συγκοινωνίας
зват.
συγκοινωνία
Мн. ч.
им.
οι συγκοινωνίες
вин.
τις συγκοινωνίες
род.
των συγκοινωνιών
зват.
συγκοινωνίες
Примеры
Η συγκοινωνία στην πόλη είναι πολύ καλή.
Общественный транспорт в городе очень хороший. · Public transport in the city is very good.
Χρησιμοποιώ τη συγκοινωνία για να πάω στη δουλειά.
Я пользуюсь общественным транспортом, чтобы добраться до работы. · I use public transport to get to work.
Δεν υπάρχει καλή συγκοινωνία με τα χωριά.
Между городом и деревнями нет хорошей связи. · There is no good connection with the villages.
Οι συγκοινωνίες της χώρας χρειάζονται βελτίωση.
Средства сообщения страны нуждаются в улучшении. · The country's transport systems need improvement.