Греческий словарь
с грамматикой

συγκλονιστικός

[siɡkloˈnistikos]прилагательноеB2

Значения

1
потрясающий, поражающий, волнующий
shocking, stunning, profoundly moving · συγκλονιστικές είδηση — потрясающая новость
2
сотрясающий, вызывающий физическое колебание
shaking, causing physical vibration · συγκλονιστική έκρηξη — сотрясающий взрыв

Грамматика

мужской род
им.
συγκλονιστικός
вин.
συγκλονιστικό
род.
συγκλονιστικού
зват.
συγκλονιστικέ
женский род
им.
συγκλονιστική
вин.
συγκλονιστική
род.
συγκλονιστικής
зват.
συγκλονιστική
средний род
им.
συγκλονιστικό
вин.
συγκλονιστικό
род.
συγκλονιστικού
зват.
συγκλονιστικό

Примеры

Αυτή η ταινία είναι απολύτως συγκλονιστική.
Этот фильм абсолютно потрясающий. · This film is absolutely stunning.
Ο συγκλονιστικός θάνατος του ηθοποιού συγκίνησε όλο τον κόσμο.
Шокирующая смерть актёра потрясла весь мир. · The shocking death of the actor moved the whole world.
Έλαβε συγκλονιστικές αποδείξεις στο δικαστήριο.
Он предоставил потрясающие доказательства в суде. · He presented compelling evidence in court.
Το συγκλονιστικό περιστατικό άφησε τα παιδιά με φόβο.
Пугающий инцидент напугал детей. · The disturbing incident left the children frightened.