Греческий словарь
с грамматикой

συγκλίνω

[siŋˈklino]глаголC1

Значения

1
сходиться (линии, дороги), сближаться
converge, come together (lines, paths) · δύο γραμμές συγκλίνουν — две линии сходятся
2
приводить в соглас, объединяться в мнении
come to an agreement, concur, agree · συγκλίνω στη γνώμη του — согласиться с его мнением

Грамматика

Настоящее время
εγώ
συγκλίνω
εσύ
συγκλίνεις
αυτός
συγκλίνει
εμείς
συγκλίνουμε
εσείς
συγκλίνετε
αυτοί
συγκλίνουν
Аорист
εγώ
συνέκλινα
εσύ
συνέκλινες
αυτός
συνέκλινε
εμείς
συνεκλίναμε
εσείς
συνεκλίνατε
αυτοί
συνέκλιναν
Будущее
εγώ
θα συνκλίνω
εσύ
θα συνκλίνεις
αυτός
θα συνκλίνει
εμείς
θα συνκλίνουμε
εσείς
θα συνκλίνετε
αυτοί
θα συνκλίνουν

Примеры

Οι δύο ευθείες συγκλίνουν στο άπειρο.
Две прямые сходятся в бесконечности. · The two straight lines converge at infinity.
Όλοι συνέκλιναν στην ίδια απόφαση.
Все пришли к одному и тому же решению. · Everyone came to the same decision.
Οι απόψεις τους συγκλίνουν σε πολλά σημεία.
Их мнения совпадают по многим пунктам. · Their views converge on many points.