Греческий словарь
с грамматикой

συγκινώ

[siɡkinˈo]глаголB1

Значения

1
трогать, волновать, вызывать чувства
to move emotionally, to stir, to touch one's heart · με συγκίνησε η ιστορία — история меня тронула
2
возбуждать, приводить в возбуждение
to excite, to agitate, to stir up · συγκινημένο πλήθος — возбуждённая толпа

Грамматика

Настоящее время
εγώ
συγκινώ
εσύ
συγκινείς
αυτός
συγκινεί
εμείς
συγκινούμε
εσείς
συγκινείτε
αυτοί
συγκινούν
Аорист
εγώ
συγκίνησα
εσύ
συγκίνησες
αυτός
συγκίνησε
εμείς
συγκινήσαμε
εσείς
συγκινήσατε
αυτοί
συγκίνησαν
Будущее
εγώ
θα συγκινήσω
εσύ
θα συγκινήσεις
αυτός
θα συγκινήσει
εμείς
θα συγκινήσουμε
εσείς
θα συγκινήσετε
αυτοί
θα συγκινήσουν

Примеры

Η ταινία με συγκίνησε πολύ.
Фильм меня очень тронул. · The film moved me greatly.
Συγκινούμαστε όταν ακούμε αυτό το τραγούδι.
Нас трогает, когда мы слышим эту песню. · We are moved when we hear this song.
Τα λόγια του θα συγκινήσουν όλο το κοινό.
Его слова тронут всю аудиторию. · His words will stir the entire audience.
Ήταν συγκινημένος μόλις άκουσε τα νέα.
Он был растроган, едва услышав новость. · He was shaken as soon as he heard the news.