Греческий словарь
с грамматикой

συγκινητικός

[siŋkinitˈikos]прилагательноеB2

Значения

1
трогательный, волнующий
touching, moving, emotionally stirring · συγκινητική ιστορία — трогательная история
2
вызывающий сильные эмоции
evoking strong emotion · συγκινητικό σκηνή — волнующая сцена

Грамматика

мужской род
им.
συγκινητικός
вин.
συγκινητικό
род.
συγκινητικού
зват.
συγκινητικέ
женский род
им.
συγκινητική
вин.
συγκινητική
род.
συγκινητικής
зват.
συγκινητική
средний род
им.
συγκινητικό
вин.
συγκινητικό
род.
συγκινητικού
зват.
συγκινητικό

Примеры

Αυτό το τραγούδι είναι πολύ συγκινητικό.
Эта песня очень трогательная. · This song is very moving.
Η συγκινητική ομιλία του έκανε όλους να κλάψουν.
Его трогательная речь заставила всех плакать. · His touching speech made everyone cry.
Βρήκα τα συγκινητικά γράμματα από τη γιαγιά μου.
Я нашел волнующие письма от моей бабушки. · I found the moving letters from my grandmother.
Ήταν μια συγκινητική στιγμή για όλη την οικογένεια.
Это был волнующий момент для всей семьи. · It was a stirring moment for the whole family.