Греческий словарь
с грамматикой

συγκεντρώνω

[siŋɡɡendˈrono]глаголB1

Значения

1
собирать, концентрировать (вместе)
to gather, concentrate, bring together · συγκεντρώνω τις δυνάμεις — сосредоточивать силы
2
сосредоточивать (внимание, усилия)
to focus, concentrate (attention, efforts) · συγκεντρώνω την προσοχή — сосредоточивать внимание

Грамматика

Настоящее время
εγώ
συγκεντρώνω
εσύ
συγκεντρώνεις
αυτός
συγκεντρώνει
εμείς
συγκεντρώνουμε
εσείς
συγκεντρώνετε
αυτοί
συγκεντρώνουν
Аорист
εγώ
συγκέντρωσα
εσύ
συγκέντρωσες
αυτός
συγκέντρωσε
εμείς
συγκεντρώσαμε
εσείς
συγκεντρώσατε
αυτοί
συγκέντρωσαν
Будущее
εγώ
θα συγκεντρώσω
εσύ
θα συγκεντρώσεις
αυτός
θα συγκεντρώσει
εμείς
θα συγκεντρώσουμε
εσείς
θα συγκεντρώσετε
αυτοί
θα συγκεντρώσουν

Примеры

Συγκεντρώνουμε τις δυνάμεις για την αποστολή.
Мы сосредоточиваем силы на выполнение миссии. · We are concentrating our forces on the mission.
Πρέπει να συγκεντρώσεις την προσοχή σου.
Ты должен сосредоточить своё внимание. · You need to focus your attention.
Συγκέντρωσε όλα τα έγγραφα στο γραφείο.
Он собрал все документы в офисе. · He gathered all the documents in the office.