συγκεντρώνομαι
[siŋɡendˈronoˌme]глаголB1
Значения
1
собираться, сосредотачиваться (о людях, войсках, внимании)
to gather, concentrate, assemble (of people, troops, attention) · Συγκεντρώνονται στην πλατεία. — Они собираются на площади.
2
концентрироваться, сосредоточиваться (о силах, ресурсах)
to concentrate, be concentrated (of forces, resources) · Συγκεντρώνονται οι δυνάμεις. — Концентрируются войска.
Грамматика
Настоящее время
εγώ
συγκεντρώνομαι
εσύ
συγκεντρώνεσαι
αυτός
συγκεντρώνεται
εμείς
συγκεντρωνόμαστε
εσείς
συγκεντρώνεστε
αυτοί
συγκεντρώνονται
Аорист
εγώ
συγκεντρώθηκα
εσύ
συγκεντρώθηκες
αυτός
συγκεντρώθηκε
εμείς
συγκεντρωθήκαμε
εσείς
συγκεντρωθήκατε
αυτοί
συγκεντρώθηκαν
Будущее
εγώ
θα συγκεντρωθώ
εσύ
θα συγκεντρωθείς
αυτός
θα συγκεντρωθεί
εμείς
θα συγκεντρωθούμε
εσείς
θα συγκεντρωθείτε
αυτοί
θα συγκεντρωθούν
Примеры
Οι διαδηλωτές συγκεντρώνονται μπροστά από το κτίριο.
Протестующие собираются перед зданием. · The protesters are gathering in front of the building.
Χθες συγκεντρώθηκαν χιλιάδες άνθρωποι.
Вчера собралось тысячи людей. · Yesterday thousands of people assembled.
Πρέπει να συγκεντρώσεις την προσοχή σου στο διάβασμα.
Тебе нужно сосредоточить внимание на учёбе. · You need to focus your attention on studying.
Θα συγκεντρωθούν όλες οι δυνάμεις για την επιχείρηση.
Все силы будут сосредоточены для операции. · All forces will be concentrated for the operation.