συγκεκριμένος
[siŋkekriˈmenos]прилагательноеB1
Значения
1
конкретный, определённый
specific, particular, definite · συγκεκριμένη ημερομηνία — определённая дата
2
точный, ясный, конкретный (о плане, идее)
concrete, clear, well-defined · συγκεκριμένο σχέδιο — ясный план
Грамматика
мужской род
им.
συγκεκριμένος
вин.
συγκεκριμένο
род.
συγκεκριμένου
зват.
συγκεκριμένε
женский род
им.
συγκεκριμένη
вин.
συγκεκριμένη
род.
συγκεκριμένης
зват.
συγκεκριμένη
средний род
им.
συγκεκριμένο
вин.
συγκεκριμένο
род.
συγκεκριμένου
зват.
συγκεκριμένο
Примеры
Θέλω να μιλήσουμε για συγκεκριμένα προβλήματα.
Я хочу поговорить о конкретных проблемах. · I want to talk about specific problems.
Σε μια συγκεκριμένη μέρα του Μαΐου γεννήθηκα.
Я родился в определённый день мая. · I was born on a specific day in May.
Ο συγκεκριμένος σκοπός του έργου είναι σαφής.
Конкретная цель проекта ясна. · The specific purpose of the project is clear.
Χρειάζεται συγκεκριμένη γνώση για αυτή τη δουλειά.
Для этой работы нужны конкретные знания. · This job requires specific knowledge.