Греческий словарь
с грамматикой

συγκαταλέγω

[siŋkataleˈɣo]глаголC1

Значения

1
включать в список, причислять к числу
to include in a list, to count among, to enumerate · συγκαταλέγω κάποιον στους φίλους — причислять кого-то к друзьям

Грамматика

Настоящее время
εγώ
συγκαταλέγω
εσύ
συγκαταλέγεις
αυτός
συγκαταλέγει
εμείς
συγκαταλέγουμε
εσείς
συγκαταλέγετε
αυτοί
συγκαταλέγουν
Аорист
εγώ
συγκατέλεξα
εσύ
συγκατέλεξες
αυτός
συγκατέλεξε
εμείς
συγκαταλέξαμε
εσείς
συγκαταλέξατε
αυτοί
συγκατέλεξαν
Будущее
εγώ
θα συγκαταλέξω
εσύ
θα συγκαταλέξεις
αυτός
θα συγκαταλέξει
εμείς
θα συγκαταλέξουμε
εσείς
θα συγκαταλέξετε
αυτοί
θα συγκαταλέξουν

Примеры

Ο ποιητής συγκαταλέγεται ανάμεσα στους σημαντικότερους της εποχής.
Поэт причисляется к числу самых значительных фигур своего времени. · The poet is counted among the most important figures of his era.
Συγκατέλεξαν τον φιλόσοφο στους κλασικούς συγγραφείς.
Они включили философа в число классических писателей. · They included the philosopher among the classic writers.
Θα συγκαταλέξουμε τα έργα αυτά στην κατηγορία της λόγιας λογοτεχνίας.
Мы причислим эти произведения к разряду учёной литературы. · We shall classify these works as scholarly literature.