Греческий словарь
с грамматикой

συγκαλώ

[siŋkaˈlo]глаголB1

Значения

1
созывать, собирать (людей для встречи или совещания)
to call together, to convene, to summon · συγκαλώ συνέλευση — созываю собрание
2
приглашать (множество людей)
to invite (a group of people) · συγκαλώ φίλους — приглашаю друзей

Грамматика

Настоящее время
εγώ
συγκαλώ
εσύ
συγκαλείς
αυτός
συγκαλεί
εμείς
συγκαλούμε
εσείς
συγκαλείτε
αυτοί
συγκαλούν
Аорист
εγώ
συγκάλεσα
εσύ
συγκάλεσες
αυτός
συγκάλεσε
εμείς
συγκαλέσαμε
εσείς
συγκαλέσατε
αυτοί
συγκάλεσαν
Будущее
εγώ
θα συγκαλέσω
εσύ
θα συγκαλέσεις
αυτός
θα συγκαλέσει
εμείς
θα συγκαλέσουμε
εσείς
θα συγκαλέσετε
αυτοί
θα συγκαλέσουν

Примеры

Ο πρόεδρος συγκάλεσε έκτακτη συνέλευση.
Председатель созвал чрезвычайное собрание. · The president convened an emergency assembly.
Θα συγκαλέσουν όλους τους εργαζόμενους αύριο.
Завтра соберут всех сотрудников. · They will call all employees together tomorrow.
Συγκάλεσε τους φίλους του για γιορτή.
Пригласил своих друзей на праздник. · He invited his friends to a party.