Греческий словарь
с грамматикой

συγγράφω

[siŋˈɡrafo]глаголB1

Значения

1
писать (произведение, книгу, статью)
write (a work, book, article) · συγγράφω ένα βιβλίο — пишу книгу
2
составлять, сочинять (музыку, текст)
compose, author (music, text) · συγγράφει μουσική — он сочиняет музыку

Грамматика

Настоящее время
εγώ
συγγράφω
εσύ
συγγράφεις
αυτός
συγγράφει
εμείς
συγγράφουμε
εσείς
συγγράφετε
αυτοί
συγγράφουν
Аорист
εγώ
συνέγραψα
εσύ
συνέγραψες
αυτός
συνέγραψε
εμείς
συνεγράψαμε
εσείς
συνεγράψατε
αυτοί
συνέγραψαν
Будущее
εγώ
θα συγγράψω
εσύ
θα συγγράψεις
αυτός
θα συγγράψει
εμείς
θα συγγράψουμε
εσείς
θα συγγράψετε
αυτοί
θα συγγράψουν

Примеры

Ο συγγραφέας συγγράφει ένα νέο μυθιστόρημα.
Писатель пишет новый роман. · The author is writing a new novel.
Συνέγραψε τρεις βιογραφίες διάσημων ανδρών.
Он написал три биографии известных людей. · He wrote three biographies of famous men.
Θα συγγράψουν μαζί ένα σενάριο για κινηματογράφο.
Они вместе напишут сценарий для кино. · They will write a film script together.