συγγένεια
[siŋˈɡenea]существительноеη · женский родB1
Значения
1
родство, кровное родство
kinship, blood relation · η συγγένεια ανάμεσα στα παιδιά — родство между детьми
2
родственники, родня
relatives, relations · όλη η συγγένειά του ήρθε — вся его родня пришла
3
сходство, близость (переносное)
affinity, similarity, connection · συγγένεια απόψεων — сходство взглядов
Грамматика
Ед. ч.
им.
η συγγένεια
вин.
τη συγγένεια
род.
της συγγένειας
зват.
συγγένεια
Мн. ч.
им.
οι συγγένειες
вин.
τις συγγένειες
род.
των συγγενειών
зват.
συγγένειες
Примеры
Έχουν στενή συγγένεια με τους Σπανιόλους.
Они имеют тесное родство с испанцами. · They have close kinship with the Spanish.
Η συγγένειά του ζει στη Θεσσαλονίκη.
Его родня живёт в Салониках. · His relatives live in Thessaloniki.
Υπάρχει μεγάλη συγγένεια στις ιδέες τους.
Между их идеями существует большое сходство. · There is great affinity in their ideas.
Κατάγονται από τη διαφορετική συγγένεια.
Они происходят из разных семей. · They come from different families.