στόχος
[ˈstoços]существительноеο · мужской родA2
Значения
1
цель, мишень
target, goal · ο στόχος του αγώνα — цель соревнования
2
мишень (для стрельбы)
target (for shooting) · χτυπώ τον στόχο — попасть в мишень
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο στόχος
вин.
τον στόχο
род.
του στόχου
зват.
στόχε
Мн. ч.
им.
οι στόχοι
вин.
τους στόχους
род.
των στόχων
зват.
στόχοι
Примеры
Ο στόχος μας είναι να κερδίσουμε το πρωτάθλημα.
Наша цель — выиграть чемпионат. · Our goal is to win the championship.
Έβαλε τέσσερα γκολ στον αγώνα και πέτυχε τον στόχο.
Он забил четыре гола в матче и достиг своей цели. · He scored four goals in the match and achieved his target.
Οι σκοπευτές πρέπει να χτυπήσουν τον στόχο με ακρίβεια.
Стрелки должны точно поражать мишень. · Shooters must hit the target with precision.